ΝΕΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΙ

Εκτύπωση PDF

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ

Ο.Σ.ΠΕΙΡΑΙΑ

         ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΩΝ

Επιμέλεια

Δημήτριος  Κ.  Δημητριάδης  Εφοριακός                                                                      

 Συγγραφέας Φορολογικών Άρθρων  

Απόφοιτος Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών

 Περιεχόμενα

1.   ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ                                             

1.1 ΚΛΙΜΑΚΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ                                    

1.2ΑΥΞΗΣΗ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΟΥ ΛΟΓΩ ΤΕΚΝΩΝ ΠΟΥ ΒΑΡΥΝΟΥΝ ΤΟΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟ                                                                           

1.3ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ  ΔΑΠΑΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ                                              

1.4 ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΥ                                                                                             

1.5   ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ                                                              

1.6   ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

 2.    ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΥ                                            

2.1.  ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΈΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΥ 2.2.ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ                                       

2.3   ΔΗΛΟΥΜΕΝΑ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΑ ΕΣΟΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΥ                                                         

2.4    ΔΗΛΟΥΜΕΝΑ ΚΑΘΑΡΑ ΚΕΡΔΗ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΥ

 3.      ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ   ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ –ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ

 4.      ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ & ΛΟΙΠΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ             

4.1 ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΥΨΟΥΣ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΚΒΣ                                                        

4.2 ΑΠΩΛΕΙΑ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΟΥ ΟΡΙΟΥ                                                                   

4.3 ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΙΩΝ                                                                                                 

4.4 ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ                                                                                        

4.5 ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΤΟΥ ΚΒΣ

5.    ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

5.1   ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΝΩ ΤΩΝ 3.000,00 ΕΥΡΩ

5.2   ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΕΞΟΔΩΝ ΜΕΧΡΙ 150 ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΑ ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ Β ΚΑΙ Γ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

5.3   ΧΡΟΝΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

5.4   ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΕ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

5.5   ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΝΩ ΤΩΝ 1.500,00 ΕΥΡΩ ΑΠΟ ΙΔΙΩΤΕΣ

6.     ΚΙΝΗΤΡΑ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

6.1   ΚΙΝΗΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

6.2   ΚΙΝΗΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΘΕΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

1.    ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

1.1  Κλίμακα Φορολογίας Εισοδήματος:

Καθιερώνεται νέα ενιαία κλίμακα φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων που ισχύει για όλους τους φορολογούμενους ανεξάρτητα από την πηγή εισοδήματος. Συγκεκριμένα το εισόδημα, που απομένει μετά την αφαίρεση των δαπανών από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμε­νου, υποβάλλεται σε φόρο με βάση την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο Εισοδήματος (ευρώ)

Φορολογικός Συντελεστής %

Φόρος Κλιμακίου (ευρώ)

Σύνολο Εισοδήματος (ευρώ)

Σύνολο Φόρου (ευρώ)

12.000

0

0

12.000

0

4.000

18

720

16.000

720

6.000

24

1.440

22.000

2.160

4.000

26

1.040

26.000

3.200

6.000

32

1.920

32.000

5.120

8.000

36

2.880

40.000

8.000

20.000

38

7.600

60.000

15.600

40.000

40

16.000

100.000

31.600

Υπερβάλλον

45

 

 

 

Το αφορολόγητο ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ ισχύει, εφόσον ο φορολογούμενος προσκομίσει α­ποδείξεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων για δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποιεί ο ίδιος, η σύζυγός του και τα τέκνα που τους βαρύνουν. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αλλοδαπή και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγρα­φο 3 του άρθρου 47 του Κ.Φ.Ε., όσοι διαμένουν σε οίκο ευγηρίας, οι φυλακισμένοι και οι κάτοικοι κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα πλέον του ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνολικού εισοδήματός τους, δικαιούνται το αφορολό­γητο ποσό της κλίμακας χωρίς την προσκόμιση αποδεί­ξεων. Στις πιο πάνω δαπάνες δεν περιλαμβάνονται αυ­τές που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 8 και 9, οι δαπάνες για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 17, οι δαπάνες που προβλέ­πονται στο άρθρο 23, οι δαπάνες ύδρευσης, αποχέτευ­σης, ηλεκτρισμού και τηλεπικοινωνιών γενικά, καθώς και οι δαπάνες εισιτηρίων κάθε είδους μεταφορικών μέσων.
Το ελάχιστο ποσό των αποδείξεων δαπανών, που απαι­τείται να προσκομισθούν, ορίζεται, με βάση το δηλούμε­νο και φορολογούμενο σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις ατομικό εισόδημα του φορολογουμένου, ανά κλίμακα, ως εξής: α) για ατομικό εισόδημα μέχρι δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) αυτού και β) για ατομικό εισόδημα πάνω από δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, για το τμήμα αυτού μέχρι δώδεκα χιλιά­δες (12.000) ευρώ σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) και για το τμήμα αυτού πάνω από τα δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αυ­τού. Όταν το ατομικό εισόδημα είναι μέχρι έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ δεν απαιτούνται αποδείξεις δαπανών.
Αν το ποσό των προσκομιζόμενων αποδείξεων δαπα­νών του φορολογουμένου υπολείπεται του πιο πάνω πο­σοστού, επιβάλλεται φόρος με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) επί της διαφοράς. Αν το ποσό των προσκομι­ζόμενων αποδείξεων δαπανών υπερβαίνει το ποσοστό αυτό εκπίπτει από το συνολικό φόρο, που προκύπτει με βάση την πιο πάνω κλίμακα, φόρος, που υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) επί της διαφοράς. Το ποσό των δαπανών για την επιβολή ή την έκπτωση φό­ρου, σύμφωνα με τα δύο προηγούμενα εδάφια, δεν μπο­ρεί σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνει τα δεκαπέντε χι­λιάδες (15.000) ευρώ για τον υπόχρεο και τα τριάντα χι­λιάδες (30.000) ευρώ για συζύγους. Οι δαπάνες που έ­χουν πραγματοποιηθεί υπολογίζονται αθροιστικά και για τους δύο συζύγους μόνον εφόσον έχουν περιληφθεί στην αρχική δήλωση και επιμερίζονται μεταξύ των συζύ­γων ανάλογα με το δηλούμενο και φορολογούμενο σύμ­φωνα με τις γενικές διατάξεις ατομικό εισόδημα της αρ­χικής δήλωσής τους, αφού προηγουμένως καλυφθεί το ποσό των αποδείξεων που απαιτείται για την κάλυψη του αφορολόγητου ποσού. Όταν ο ένας σύζυγος δηλώνει ει­σόδημα μέχρι έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ, οι αποδείξεις που προσκομίζονται καλύπτουν το αφορολόγητο ποσό του άλλου συζύγου, εφόσον αυτό υπερβαίνει τα έξι χι­λιάδες (6.000) ευρώ.

1.2  Αύξηση Αφορολογήτου λόγω τέκνων που βαρύνουν το φορολογούμενο:

Το αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας της προηγούμενης παραγράφου αυξάνεται κα­τά χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ εάν ο φορολογούμε­νος έχει ένα τέκνο που τον βαρύνει, κατά τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ εάν έχει δύο τέκνα που τον βαρύνουν, κατά έντεκα χιλιάδες πεντακόσια (11.500) ευρώ εάν έχει τρία τέκνα που τον βαρύνουν και κατά δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για κάθε τέκνο πάνω από τα τρία που τον βαρύ­νουν. Δηλαδή το αφορολόγητο για τέκνα προσδιορίζεται ως εξής:

Αριθμός Τέκνων

Ποσό Αύξησης

Αφορολόγητο

1

1.500,00

13.500,00

2

3.000,00

15.000,00

3

11.500,00

23.500,00

Για κάθε ένα τέκνο πάνω από 3 το αφορολόγητο αυξάνεται κατά 2.000,00 Ευρώ

 

1.3  Εκπτώσεις Δαπανών από το εισόδημα:

Οι εκπτώσεις δαπανών από το εισόδημα μετά τις αλλαγές που επήλθαν σε αυτές με τον Ν.3842/Φ.Ε.Κ. 58/Α΄/23.4.2010 διαμορφώνονται συνοπτικά ως εξής:

 

1

Εισφορές που καταβάλλονται σε ταμεία ασφάλισης εφόσον η καταβολή τους είναι υποχρεωτική από το νόμο και εισφορές στις περιπτώσεις προαιρετικής ασφάλισης σε ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο

Εκπίπτει  όλο το ποσό

2

Τόκοι από συμβάσεις δανείων για απόκτηση πρώτης κατοικίας που έχουν συναφθεί μέχρι 31.12.1999

Εκπίπτει  όλο το ποσό

3

Τόκοι από συμβάσεις δανείων για απόκτηση πρώτης κατοικίας που έχουν συναφθεί από 1.1.2000 έως 31.12.2002

Εκπίπτει το ποσό που αντιστοιχεί σε επιφάνεια πρώτης κατοικίας μέχρι 120 τ.μ.

4

Ποσοστό  20% της δαπάνης που καταβλήθηκε για την αγορά μεριδίων μετοχικών και μεικτών αμοιβαίων κεφαλαίων εσωτερικού, εφόσον αυτά δεν μεταβιβαστούν για 3 έτη από την αγορά τους

Μέγιστη έκπτωση 3.000,00 Ευρώ

5

Έξοδα ιατρικής περίθαλψης του φορολογούμενου και των λοιπών προσώπων που τον βαρύνουν

Εκπίπτει όλο το ποσό

6

Δαπάνη χωρίς δικαιολογητικά για τον ίδιο το φορολογούμενο και για καθένα από τα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν κάτω από προϋποθέσεις

Εκπίπτει ποσό 2.400,00 Ευρώ

 

1.4  Μειώσεις Φόρου:

Οι μειώσεις από το φόρο μετά τις αλλαγές που επήλθαν σε αυτές με τον Ν.3842/Φ.Ε.Κ. 58/Α΄/23.4.2010 διαμορφώνονται συνοπτικά ως εξής:

1

Το 20% του συνολικού ετήσιου ποσού των εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης του φορολογούμενου και των λοιπών προσώπων που τον βαρύνουν

Το ποσό της μείωσης δεν μπορεί να υπερβεί τις 6.000, 00 Ευρώ

2

Ποσοστό 20%  της ετήσιας δαπάνης που καταβάλλει ο φορολογούμενος για ασφάλιστρα ασφαλίσεων ζωής ή θανάτου, προσωπικών ατυχημάτων, ασθένειας, κλπ

Το ποσό της δαπάνης ασφαλίστρων επί του οποίου υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί τα 1.200,00 Ευρώ για άγαμο και τα 2.400,00 Ευρώ για οικογένεια κατά συνέπεια μέγιστη μείωση φόρου 240,00 και 480,00 Ευρώ αντίστοιχα

3

Ποσοστό 20% των ποσών που καταβάλλονται από τον φορολογούμενο λόγω δωρεάς στο Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης κλπ

Το συνολικό ποσό των δωρεών και χορηγιών επί του οποίου υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό 10% του συνολικού εισοδήματος που φορολογείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις

4

Ποσοστό 10% της δαπάνης για αλλαγή εγκατάστασης κεντρικού κλιματισμού χρήσης καυσίμου από πετρέλαιο σε φυσικό αέριο κλπ

Το ποσό της δαπάνης επί της οποίας υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 Ευρώ και κατά συνέπεια μέγιστη μείωση φόρου 600,00 Ευρώ

5

Ποσοστό 20% της ετήσιας δαπάνης που καταβάλλει ο φορολογούμενος σε δικηγόρους λόγω παροχής νομικών υπηρεσιών

Το συνολικό ποσό των  αμοιβών αυτών δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό 10% του εισοδήματος που προκύπτει σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 19

6

Ποσοστό 20% του ποσού του μισθώματος που καταβάλλεται ετησίως για κύρια κατοικία του φορολογούμενου και της οικογένειας του

Το ποσό επί του οποίου υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί το 10% του αφορολόγητου ποσού των 12.000 ευρώ, συνεπώς το ποσό της μείωσης δεν μπορεί να υπερβεί τα 240,00 Ευρώ

7

Ποσοστό 20% του ποσού του μισθώματος που καταβάλλει ετησίως για τα τέκνα του ο φορολογούμενος που μισθώνει κατοικίες για την ικανοποίηση των στεγαστικών τους αναγκών, τα οποία φοιτούν σε αναγνωρισμένα σχολεία ή σχολές εσωτερικού, εφόσον αυτά τον βαρύνουν και εφόσον οι κατοικίες που μισθώνονται βρίσκονται στην πόλη που έχει την έδρα της η σχολή ή το σχολείο που φοιτούν τα τέκνα τους και αυτός ή τα τέκνα του δεν έχουν άλλη κατοικία σε αυτήν την πόλη

Το ποσό επί του οποίου υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί το 10% του αφορολόγητου ποσού των 12.000 ευρώ, συνεπώς το ποσό της μείωσης δεν μπορεί να υπερβεί τα 240,00 Ευρώ

8

Ποσοστό 20% της δαπάνης για παράδοση κατ οίκον ιδιαιτέρων μαθημάτων ή για φροντιστήρια οποιαδήποτε αναγνωρισμένης εκπαιδευτικής βαθμίδας ή ξένων γλωσσών, το οποίο καταβάλλει ετησίως ο φορολογούμενος για κάθε τέκνο που τον βαρύνει ή για τον ίδιο

Το ποσό επί του οποίου υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί το 10% του αφορολόγητου ποσού των 12.000 ευρώ, συνεπώς το ποσό της μείωσης δεν μπορεί να υπερβεί τα 240,00 Ευρώ

10

Ποσοστό 20% του ποσού των δεδουλευμένων τόκων που καταβάλλονται από τον φορολογούμενο για απόκτηση πρώτης κατοικίας για δάνεια που έχουν συναφθεί από 1.1.2003 και μετά

Το ποσοστό της υπολογίζεται στους τόκους που αντιστοιχούν στο τμήμα του δανείου έως 200.000,00 Ευρώ και επιφάνεια έως 120 τ.μ.

11

Για τον φορολογούμενο που αποκτά εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, εφόσον αυτός προσφέρει υπηρεσίες ή κατοικεί για τουλάχιστον 9 μήνες μέσα στο έτος που απέκτησε το εισόδημα αυτό στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου καθώς και σε περιοχή των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλας, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας, η οποία περιλαμβάνεται σε ζώνη βάθους 20 χλμ από τη μεθοριακή γραμμή κατά 60,00 Ευρώ για κάθε τέκνο που τον βαρύνει

Στην περίπτωση συζύγων αρκεί ο ένας από αυτούς να έχει τις προϋποθέσεις αυτές

 

1.5  Αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης:

Για τον προσδιορισμό του αντικειμενικού εισοδήμα­τος με βάση τη συνολική ετήσια δαπάνη του φορολογου­μένου, της συζύγου του και των προσώπων που συνοι­κούν και τους βαρύνουν λαμβάνονται υπόψη τα ακόλου­θα:
α) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, με βάση τα τετρα­γωνικά μέτρα της ιδιοκατοικούμενης ή μισθωμένης ή της δωρεάν παραχωρούμενης κύριας κατοικίας ορίζεται κλιμακωτά, για τα ογδόντα (80) πρώτα τετραγωνικά μέ­τρα κύριων χώρων αυτής, με τριάντα (30) ευρώ το τε­τραγωνικό μέτρο, για τα επόμενα από ογδόντα ένα (81) μέχρι και εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρων αυτής, με πενήντα (50) ευρώ το τετραγωνικό μέ­τρο, για τα επόμενα από εκατόν είκοσι ένα (121) μέχρι και διακόσια (200) τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρων αυτής, με ογδόντα (80) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, για τα διακόσια ένα (201) έως τριακόσια (300) τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρων αυτής, με εκατόν πενήντα (150) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και για τα πλέον των τριακο­σίων (300) τετραγωνικών μέτρων κύριων χώρων αυτής, με τριακόσια (300) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Για τον υπολογισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης των βοηθητικών χώρων της κύριας κατοικίας ορίζεται ποσό τριάντα (30) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται, προκειμένου για κατοικίες που βρίσκονται σε περιοχές με τιμή ζώνης, σύμφωνα με τον αντικειμενικό προσδιορισμό των ακινήτων, από 2.800 ευρώ έως 4.999 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, κατά ποσο­στό σαράντα τοις εκατό (40%) και για περιοχές με τιμή ζώνης από 5.000 ευρώ και άνω το τετραγωνικό μέτρο, κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%). Όλα τα πα­ραπάνω ποσά προσαυξάνονται, προκειμένου για μονο­κατοικίες, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
β) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, που εκτιμάται με βάση τα τετραγωνικά μέτρα μιας ή περισσοτέρων ιδιοκα­τοικούμενων ή μισθωμένων δευτερευουσών κατοικιών, καθώς και των βοηθητικών χώρων αυτών, ορίζεται στο έ­να δεύτερο (1/2) της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης ό­πως αυτή ορίζεται στην περίπτωση α'.
γ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη επιβατικού αυτοκι­νήτου ιδιωτικής χρήσης , ορίζεται ως εξής:
αα) για τα αυ­τοκίνητα μέχρι χίλια διακόσια (1.200) κυβικά εκατοστά σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ,
ββ) για αυτοκίνητα μεγα­λύτερα των χιλίων διακοσίων (1.200) κυβικών εκατο­στών προστίθενται τριακόσια (300) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά μέχρι τα δύο χιλιάδες (2.000) κυ­βικά εκατοστά,
γγ) για αυτοκίνητα μεγαλύτερα των δύο χιλιάδων (2.000) κυβικών εκατοστών προστίθενται πε­ντακόσια (500) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά και μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) κυβικά εκατοστά και
δδ) για αυτοκίνητα μεγαλύτερα από τρεις χιλιάδες (3.000) κυβικά εκατοστά προστίθενται επτακόσια (700) ευρώ α­νά εκατό (100) κυβικά εκατοστά.
Τα παραπάνω ποσά ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης α­πό κάθε αυτοκίνητο μειώνονται ανάλογα με την παλαιότητά του, η οποία υπολογίζεται από το έτος πρώτης κυ­κλοφορίας του στην Ελλάδα, κατά ποσοστό ως εξής:
αα) Τριάντα τοις εκατό (30%) για χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) και μέχρι δέκα (10) έτη.
ββ) Πενήντα τοις εκατό (50%) για χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη.   Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη δεν εφαρμόζεται για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας το οποίο εκδίδεται από διεθνή ή ημεδαπό φορέα που έχει αρμοδιότητα να εκδίδει τέτοιο πιστοποιητικό, καθώς και για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης τα οποία εί­ναι ειδικά διασκευασμένα για κινητικά αναπήρους.
Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά δια­σκευασμένα για κινητικά αναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάσθηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιά­ζουν κινητική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνησή τους.
Στις περιπτώσεις εταιριών ομόρρυθμων ή ετερόρρυθ­μων ή περιορισμένης ευθύνης ή ανωνύμων ή αστικών, καθώς και των κοινωνιών και κοινοπραξιών που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, οι οποίες έχουν στην κυριότη­τα ή στην κατοχή τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, η αντικειμενική δαπάνη που αναλογεί σε αυτά λογίζεται ως αντικειμενική δαπάνη των:
i) ομόρρυθμων ή απλών, εκτός των ετερόρρυθμων, ε­ταίρων ή κοινωνών ή μελών της κοινοπραξίας φυσικών προσώπων, επιμεριζόμενη μεταξύ αυτών κατά το ποσο­στό συμμετοχής τους στην εταιρία, προκειμένου περί ο­μόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή αστικών εταιριών ή στην κοινωνία ή στην κοινοπραξία,
ii) των φυσικών προσώπων, μελών της εταιρίας περιο­ρισμένης ευθύνης, επιμεριζόμενη μεταξύ αυτών, κατά το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στην εταιρία περιορι­σμένης ευθύνης, όταν οι διαχειριστές αυτής δεν είναι ε­ταίροι της,
iii) των διαχειριστών της εταιρίας περιορισμένης ευθύ­νης που είναι και εταίροι της, επιμεριζόμενη μεταξύ αυ­τών κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία πε­ριορισμένης ευθύνης και
iv) των διευθυνόντων και εντεταλμένων συμβούλων, διοικητών ανωνύμων εταιριών και προέδρων των διοικη­τικών συμβουλίων τους, επιμεριζόμενη ισομερώς μεταξύ τους.
Αν στις πιο πάνω περιπτώσεις οι εταίροι των ομόρρυθ­μων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ή αστι­κών εταιριών, καθώς και των κοινωνιών ή κοινοπραξιών είναι νομικά πρόσωπα, η αντικειμενική δαπάνη που προ­κύπτει με βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρή­σης που έχουν στην κυριότητα ή την κατοχή τους λογί­ζεται ως αντικειμενική δαπάνη των φυσικών προσώπων, που μετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο.
Για τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που δεν έχουν ε­γκατάσταση στην Ελλάδα, αλλά υποχρεούνται σε υπο­βολή δήλωσης με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 107, καθώς και για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, το ποσό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης που προκύπτει με βάση αυτοκίνητα αυτής της περίπτωσης, ιδιοκτησίας του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή ιδιοκτησίας ή κατοχής γραφείου, υποκαταστήματος ή πρακτορείου της αλλοδα­πής επιχείρησης εγκατεστημένου στην Ελλάδα, βαρύνει το πρόσωπο που εκπροσωπεί στην Ελλάδα το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή την αλλοδαπή επιχείρηση ή προΐστα­ται του γραφείου ή υποκαταστήματος ή πρακτορείου.
Η αντικειμενική αυτή δαπάνη βαρύνει καθένα από τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής ή κατοικίας τους και δεν μπορεί για καθένα από αυτά τα πρόσωπα και για κάθε εταιρία να είναι ανώτερη από τη μεγαλύτερη αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρίας.
Αν ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα προστα­τευόμενα μέλη είναι κύριοι ή κάτοχοι και άλλων επιβατι­κών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, η αντικειμενική δα­πάνη που προκύπτει για τα αυτοκίνητα αυτά λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής αντικειμενικής δαπάνης.
Η αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει βάσει επιβατι­κού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, του οποίου κύριος ή κάτοχος είναι ανήλικο τέκνο, λογίζεται ως αντικειμενική δαπάνη του γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα και αν αυτός έχασε τη γονική μέριμνα, του άλλου γονέα.

Αν αποκτηθεί ή μεταβιβασθεί με οποιονδήποτε τρόπο επιβα­τικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης κατά τη διάρκεια του έτους, η αντικειμενική δαπάνη περιορίζεται σε τόσα δω­δέκατα όσοι και οι μήνες κυριότητας ή κατοχής του αυ­τοκινήτου. Διάστημα μεγαλύτερο από δεκαπέντε (15) η­μέρες λογίζεται ως ολόκληρος μήνας. Τα ίδια εφαρμόζο­νται και σε περίπτωση ακινησίας ή ολοκληρωτικής κατα­στροφής του αυτοκινήτου από οποιαδήποτε αιτία. Αν με­ταβιβασθεί ή αποκτηθεί εικονικά αυτοκίνητο από περισ­σότερα πρόσωπα, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη του ι­σχύει αυτοτελώς στο σύνολό της για καθέναν από τους συμβαλλομένους. Εικονική θεωρείται η μεταβίβαση ή η κτήση που πραγματοποιείται ιδίως μεταξύ συγγενών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας κατ' ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και τον τρίτο βαθμό, επιτρέπεται όμως η ανταπόδειξη. Όταν η συγκυριότητα είναι πραγματική, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη επιμερίζεται κατά το λόγο των ιδα­νικών μεριδίων καθενός συγκυρίου.
Προκειμένου για εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων, καθώς και για τις επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων, που χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτόν περισσότερα ε­πιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, για τον υπολογι­σμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης λαμβάνεται υ­πόψη το αυτοκίνητο που δίνει τη μεγαλύτερη αντικειμε­νική δαπάνη.

Στις περιπτώσεις ενοικίασης ή χρηματοδο­τικής μίσθωσης αυτοκινήτων επιβατικών ιδιωτικής ή μι­κτής χρήσης, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, που αντι­στοιχεί στο χρόνο χρησιμοποίησης αυτών, βαρύνει το μι­σθωτή τους.
Οι διατάξεις της περίπτωσης γ' εφαρμόζονται ανάλο­γα και για τον προσδιορισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης των αυτοκινήτων μικτής χρήσης και των αυτο­κινήτων τύπου JEEP.
δ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που καταβάλλεται για ιδιωτικά σχολεία στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευ­σης, με εξαίρεση τα εσπερινά γυμνάσια και λύκεια, κα­θώς και τα ειδικά σχολεία ατόμων με ειδικές ανάγκες, ό­πως προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις παροχής υ­πηρεσιών.
ε) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που καταβάλλεται για οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκά­λους και λοιπό προσωπικό, η οποία ορίζεται στο εκάστο­τε κατώτατο όριο αμοιβών όπως αυτό προσδιορίζεται α­πό τις ισχύουσες διατάξεις για την αντίστοιχη κατηγο­ρία εργαζομένων.

Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν ο φορολογούμενος απασχολεί έναν μόνο οικιακό βοηθό ή όταν ο ίδιος ή πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει έχει αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό και πάνω (67%) από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή είναι ηλικίας άνω των εξήντα πέντε (65) ετών και απα­σχολεί ένα νοσοκόμο.
στ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη με βάση σκάφη α­ναψυχής ιδιωτικής χρήσης, κυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου, της συζύγου του ή των προσώπων που τους βαρύνουν εκτιμάται με βάση το κόστος τελών ελλιμενισμού, ασφαλίστρων, καυσίμων, συντήρησης και πρακτόρευσης και ορίζεται, ανάλογα με τα μέτρα ολικού μήκους του σκάφους, ως εξής:
αα) για μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου, ταχύ­πλοα και μη, ολικού μήκους μέχρι πέντε (5) μέτρα, στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ενώ για τα πάνω από πέντε (5) μέτρα ορίζεται στο ποσό των τεσσάρων χι­λιάδων (4.000) ευρώ,
ββ) για ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρο ενδιαίτησης, ολικού μήκους μέχρι και επτά (7) μέ­τρα, οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, πάνω από επτά (7) και μέχρι δέκα (10) μέτρα προστίθενται δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους, πάνω από δέκα (10) και μέχρι δώδεκα (12) μέτρα προστίθενται πέντε χιλιά­δες (5.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους, πάνω από δώδεκα (12) και μέχρι δεκαπέντε (15) μέτρα δέκα χιλιά­δες (10.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους, πάνω α­πό δεκαπέντε (15) και μέχρι δεκαοκτώ (18) μέτρα δεκα­πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μή­κους, πάνω από δεκαοκτώ (18) και μέχρι είκοσι δύο (22) μέτρα είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους και πάνω από είκοσι δύο (22) μέτρα προστίθενται τριάντα πέντε χιλιάδες (35.000) ευρώ ανά επιπλέον μέ­τρο μήκους.
Τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης αυτής της υποπερίπτωσης μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) προκειμένου για ιστιοφόρα σκάφη. Κατά το ίδιο ποσοστό μειώνονται και για πλοία αναψυχής που έ­χουν κατασκευασθεί ή κατασκευάζονται στην Ελλάδα εξ ολοκλήρου από ξύλο, τύπων «τρεχαντήρι», «βαρκαλάς», «πέραμα», «τσερνίκι» και «λίμπερτυ», που προέρχονται από την ελληνική ναυτική παράδοση. Η τεκμαρτή δαπά­νη από κάθε σκάφος μειώνεται ανάλογα με την παλαιό-τητά του κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) έτη και μέχρι δέκα (10) έτη από το έτος που νηολογήθηκε για πρώτη φορά και τριάντα τοις εκατό (30%) αν έχει πε­ράσει χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη. Για σκάφη με μόνιμο πλήρωμα ναυτολογημένο για ολόκλη­ρο ή μέρος του έτους, στην παραπάνω δαπάνη προστίθε­ται και η αμοιβή του πληρώματος. Τα σκάφη επαγγελμα­τικής χρήσης δεν λαμβάνονται υπόψη για την αντικειμε­νική δαπάνη. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ', εκτός αυ­τών που αναφέρονται στην παλαιότητα των αυτοκινή­των, εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή.
ζ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη για αεροσκάφη, ελι­κόπτερα και ανεμόπτερα κυριότητας ή κατοχής του φο­ρολογουμένου, της συζύγου του ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους και τους βαρύνουν, η οποία ορίζεται ως εξής:
αα) Για ανεμόπτερα στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.
ββ) Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα, στο ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων (65.000) ευρώ για τους εκατόν πενήντα (150) πρώτους ίππους ισχύος του κινητήρα τους που προσαυξάνεται με το ποσό των πε­ντακοσίων (500) ευρώ για κάθε ίππο πάνω από τους εκα­τόν πενήντα (150) ίππους.
γγ) Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JET) στο πο­σό των διακοσίων (200) ευρώ για κάθε λίμπρα ώθησης. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ', εκτός της ακινησίας και παλαιότητας, εφαρμόζονται αναλόγως και στην περί­πτωση αυτή.
η) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, εξωτερικής δεξαμε­νής κολύμβησης που προκύπτει για τον κύριο ή κάτοχο αυτής, ορίζεται, ανάλογα με την επιφάνειά της, ανά κλί­μακα, σε εκατό (100) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο μέχρι τα εξήντα (60) τετραγωνικά μέτρα και σε διακόσια (200) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο για επιφάνεια άνω των εξή­ντα (60) τετραγωνικών μέτρων.
Προκειμένου για εσωτερική δεξαμενή κολύμβησης τα παραπάνω ποσά διπλασιάζονται.
θ) Η ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη του φορο­λογουμένου ορίζεται σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για τον άγαμο και σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για τους συζύγους που υποβάλλουν κοινή δήλωση.
2. Το ετήσιο συνολικό ποσό της αντικειμενικής δαπά­νης, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να αμφισβητηθεί α­πό τον φορολογούμενο όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από την πραγματική δαπάνη του φορολογουμένου και των μελών που τον βαρύνουν, εφόσον αυτό αποδεικνύεται α­πό τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά ή στοι­χεία. Τέτοια περιστατικά συντρέχουν ιδίως στο πρόσωπο των υπόχρεων, οι οποίοι:
α) υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους στις Ένο­πλες Δυνάμεις,
β) είναι φυλακισμένοι,
γ) νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κλινική,
δ) είναι άνεργοι και δικαιούνται βοήθημα ανεργίας,
ε) συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έ­χουν μειωμένες δαπάνες διαβίωσης, λόγω αποδεδειγμέ­νης συμβολής στις δαπάνες αυτές των συγγενών τους με την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι αυτοί έχουν εισό­δημα από εμφανείς πηγές,
στ) είναι ορφανοί ανήλικοι οι οποίοι έχουν στην κυριότητά τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης από κληρονομιά του πατέρα ή της μητέρας τους και
ζ) προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι για λόγους ανώτερης βίας πραγματοποίησαν δαπάνη μικρότερη από την αντικειμενική.
Όταν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιπτώ­σεις αυτές, ο φορολογούμενος υποχρεούται να υποβά­λει μαζί με τη δήλωσή του και τα αναγκαία δικαιολογητι­κά για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο προϊστάμε­νος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ελέγχει την α­λήθεια των ισχυρισμών και την ακρίβεια των αποδεικτι­κών στοιχείων του φορολογουμένου και μειώνει ανάλο­γα την ετήσια αντικειμενική δαπάνη, στην οποία αναφέ­ρονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία.
Στις πιο πάνω α' και ε' περιπτώσεις, η διαφορά μετα­ξύ της αντικειμενικής δαπάνης και της πραγματικής δα­πάνης λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνο­λικής αντικειμενικής δαπάνης του γονέα ή του τέκνου που συμβάλλει στις δαπάνες διαβίωσης του υπόχρεου.
Αν πρόκειται για τους γονείς, η διαφορά αντικειμενι­κής δαπάνης καταλογίζεται σε εκείνον που έχει το μεγα­λύτερο εισόδημα.

Επιπλέον από 1.1.2010 καταργούνται

  • Η απαλλαγή από το τεκμήριο της καταβολής των τόκων ή χρεολυσίου  κατά περίπτωση για αγορά κατοικίας
  • Η απαλλαγή από το τεκμήριο της καταβολής του τοκοχρεολυσίου για αγορά εξοπλισμού γεωργικής επιχείρησης
  • Η απαλλαγή από το τεκμήριο της καταβολής του τοκοχρεολυσίου για αγορά οικοπέδου  από επιτηδευματίες που ασκούν ατομική επιχείρηση και ασχολούνται επαγγελματικά με την ανέγερση και πώληση οικοδομών

Επιπρόσθετα  από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου και μετά όλα τα ποσά που καταβάλλονται για τη χορήγηση δανείων προς οποιοδήποτε  υπάγονται στην εφαρμογή του τεκμηρίου

Τέλος στο τεκμαρτό τρόπο προσδιορισμού του εισοδήματος συνυπολογίζονται και τα κατωτέρω:

  • Αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας δηλαδή εκείνων των πραγμάτων που η αξία τους υπερβαίνει τα 10.000 Ευρώ
  • Αγορά ή χρηματοδοτική ή χρονομεριστική μίσθωση ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών ή κατασκευή δεξαμενών κολύμβησης
  • Δωρεές, γονικές παροχές ή χορηγίες χρηματικών ποσών, εφόσον αυτά υπερβαίνουν ετησίως τα 300,00 Ευρώ εκτός από τις δωρεές προς το Δημόσιο, τους Δήμους και τις κοινότητες του Κράτους, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, καθώς και τα προνοιακά ιδρύματα του ευρύτερου δημόσιου τομέα (κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου), ως και τα προνοιακά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου των οποίων οι εν γένει δαπάνες λειτουργίας καλύπτονται τουλάχιστον κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%) με επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.Ομοίως, εξαιρούνται οι δωρεές ή χορηγίες προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα υπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς

 

1.6 Μη εφαρμογή των αντικειμενικών δαπανών και των δαπανών    απόκτησης περιουσιακών στοιχείων:

Η  ετήσια αντικειμενική δαπάνη και η δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων δεν εφαρμόζονται:

α) Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας.

β) Προκειμένου για αλλοδαπό προσωπικό που δε διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα ή ημεδαπό προσωπικό που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και απασχολείται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (ΦΕΚ 132 Α'), του α.ν. 378/1968 (ΦΕΚ 82 Α') και του άρθρου 25 του ν.27/1975 (ΦΕΚ 77 Α'), για το ποσό της ετήσιας αντικειμενικής  δαπάνης, η οποία προκύπτει βάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή της κατοικίας.

γ) Προκειμένου για επιχειρήσεις μεταπώλησης αυτοκινήτων που έχουν υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς φορολογίας του άρθρου 45 του ν.2859/2000, για την αντικειμενική  δαπάνη που προκύπτει βάσει των επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν αγορασθεί για μεταπώληση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 2859/2000 ,εφόσον η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του μεταβιβαζόμενου αυτοκινήτου οχήματος έχουν παραμείνει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία στην οποία έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς την επιχείρηση μεταπώλησης μέχρι και την ημερομηνία μεταπώλησης από αυτή σε τρίτο και το αυτοκίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν κυκλοφόρησε παράνομα.

Κατά τις μεταπωλήσεις αυτής της περίπτωσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 10 μέχρι και 14 του άρθρου 81.

Οι  μεταπωλήτριες επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος να συνυποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986, στην οποία να αναγράφουν τα πιο πάνω αυτοκίνητα που αγόρασαν ή πούλησαν στο οικείο έτος.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της περίπτωσης.

δ) Προκειμένου για αντικειμενική  δαπάνη που προκύπτει με βάση σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης, κυριότητας ή κατοχής μονίμων κατοίκων εξωτερικού

ε) Προκειμένου για αγορά πάγιου εξοπλισμού επαγγελματικής χρήσης από πρόσωπα που ασκούν εμπορική ή γεωργική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα

στ) Προκειμένου για αγορά επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ειδικά διασκευασμένων για πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητικές αναπηρίες που υπερβαίνουν σε ποσοστό το εξήντα επτά τοις εκατό (67%). Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για κινητικά ανάπηρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάστηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία με ποσοστό πάνω από εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνησή τους

ζ) Οι ετήσιες αντικειμενικές  δαπάνες που υπολογίζονται με τον τρόπο που προαναφέρθηκε προκειμένου για συνταξιούχους οι οποίοι έχουν υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας τους εφαρμόζονται μειωμένες κατά ποσοστό 30% των όσων προκύπτουν με τις προηγούμενες διατάξεις.

 

1.    ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΥ

2.1 Αντικείμενο, έννοια και προϋποθέσεις αυτοελέγχου:

Δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. επι­χειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, κατά τα ορι­ζόμενα στο επόμενο άρθρο, δεν ελέγχονται ως προς τα δηλούμενα εισοδήματα και ποσά Φ.Π.Α. από την άσκηση της εκμετάλλευσης της επιχείρησης ή του ελευθέριου επαγγέλματος και θεωρούνται περαιωθείσες ως ειλικρι­νείς για τα εισοδήματα και τα ποσά αυτά, επιφυλασσο­μένων των διατάξεων των παραγράφων 1, 7 και 8 του άρθρου 17, εφόσον δηλώνονται ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη, καθώς και τυχόν διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15.

 

2.2. Υπαγόμενες και εξαιρούμενες δηλώσεις:

Υπαγόμενες δηλώσεις:

Στον αυτοέλεγχο υπάγονται:

α. Δηλώσεις επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, με τηρηθέντα βιβλία οποιασδήποτε κατηγορίας του Κ.Β.Σ., που αφορούν διαχειριστικές περιόδους με ύψος ακαθάριστων εσόδων βάσει των βιβλίων και στοιχείων κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

αα. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
ββ. Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.
γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ για το σύνολο των δραστηριοτήτων και με την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδα από τη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών είναι κατώτερα ή ίσα των εκατόν πενήντα χιλιάδες(150.000) ευρώ.
δδ. Επί αμιγώς ελευθέρων επαγγελματιών, μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.
εε. Επί ελευθέρων επαγγελματιών με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρεσιών, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ για το σύνολο των δραστηριοτήτων και με την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδα-αμοιβές από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος πλέον των ακαθάριστων εσόδων από την τυχόν άσκηση εμπορικής δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών είναι κατώτερα ή ίσα των εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Το ίδιο όριο των εκατόν πενήντα χιλιάδων(150.000) ευρώ αθροιστικά για το ελευθέριο επάγγελμα και την εμπορική δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών, ισχύει και σε περίπτωση παράλληλης άσκησης μόνο των δύο αυτών δραστηριοτήτων.

β. Δηλώσεις επιχειρήσεων που άσκησαν δραστηριότητες των υποπεριπτώσεων αα', ββ' και γγ' της προηγούμενης περίπτωσης α' και δεν τήρησαν βιβλία, επειδή δεν είχαν σχετική υποχρέωση.

2. Ως ακαθάριστα έσοδα για την εφαρμογή των οριζόμενων στην προηγούμενη παράγραφο 1.α' λαμβάνονται αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 30 και 49 του Ν.2238/1994, καθώς και στο άρθρο 105 του ίδιου νόμου, εξαιρουμένων των εισοδημάτων από ακίνητα, κινητές αξίες και συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις και περιλαμβάνονται στην ομάδα επτά (7) του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.).

Επί περιπτώσεων τήρησης βιβλίων Α κατηγορίας του Κ.Β.Σ., για τον προσδιορισμό των ακαθάριστων εσόδων και την εφαρμογή των οριζόμενων στην προηγούμενη παράγραφο 1.α' ανάγονται σε πωλήσεις οι πραγματοποιηθείσες στην οικεία διαχειριστική περίοδο αγορές, όπως αυτές προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.

 

Εξαιρούμενες Δηλώσεις:
Από τις δηλώσεις της παραγράφου 1 εξαιρούνται:

α. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που βαρύνονται με παραβάσεις του Κ.Β.Σ. από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των παραγράφων 3,4 ή 6 του άρθρου 30 του ΚΒΣ ανεξαρτήτως του μεγέθους και της επίπτωσης της επί του κύρους των βιβλίων και στοιχείων ή με παράβαση μη επίδειξης βιβλίων ή στοιχείων του ΚΒΣ
β. Δηλώσεις που δεν υποβάλλονται εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ή υποβάλλονται ανακριβώς εντός των προθεσμιών αυτών, για τα βάσει των τηρηθέντων βιβλίων και στοιχείων δεδομένα, καθώς και δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες δεν υποβάλλονται εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ή υποβάλλονται ανακριβώς εντός των προθεσμιών αυτών, οι δηλώσεις των λοιπών εν γένει φορολογιών, με βάση τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.
γ. Δηλώσεις που υποβάλλονται με επιφύλαξη.
δ. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες υπάρχουν κατασχεθέντα ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία που δεν έχουν ελεγχθεί.
ε. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους στις οποίες υφίσταται ανέγερση ή απόκτηση κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης ή του ελεύθερου επαγγελματία και δεν υφίστανται ακαθάριστα έσοδα.

στ. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους κατά τις  οποίες οι απαλλασσόμενες πράξεις με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών ΦΠΑ ανέρχονται τουλάχιστον στο 60% των συνολικών ακαθαρίστων εσόδων.

η. Δηλώσεις επιχειρήσεων που απασχολούνται με την εργοληπτική κατασκευή δημοσίων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων ή την εκτέλεση μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, των  γεωργικών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων ειδικών καθεστώτων των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, εφόσον οι ως άνω επιχειρήσεις δεν προσδιορίζουν τα καθαρά τους κέρδη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ίδιου νόμου. Τέλος εξαιρούνται οι δηλώσεις των επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που δεν τήρησαν βιβλία αν και είχαν σχετική υποχρέωση.

2.3 Δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα ελευθέρων επαγγελματιών  με τη νέα διαδικασία αυτοελέγχου:

Τα ακαθάριστα έσοδα επί αμιγώς ελευθέρων επαγγελματιών προσδιορίζονται

ως  πο­σό τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν, με το συντελεστή αναγωγής αυτού σε ακαθάριστα έσοδα. Δηλαδή: 

Δαπάνες   Χ  100 / (100- Μ.Σ.Κ.Κ.)

Τα προσδιοριζόμενα ποσά ακαθάριστων εσόδων κα­τά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παραγράφο, επί βιβλίων Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυ­τών που προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.

Παράδειγμα:
 Επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και ελεύθεροι επαγγελματίες: Τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης θα επαναπροσδιορίζονται τεκμαρτώς, με βάση τον ακόλουθο μαθηματικό τύπο: (δαπάνες χρήσης) Χ 100 / (100 - μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους). Εάν τα τεκμαρτώς προσδιορισθέντα ακαθάριστα έσοδα είναι μεγαλύτερα από τα δηλωθέντα τότε η επιχείρηση ή ο επαγγελματίας θα πρέπει να πληρώνει επιπλέον ΦΠΑ επί της πρόσθετης διαφοράς για να περαιώσει.

Επίσης τα τεκμαρτά ακαθάριστα έσοδα θα πολλαπλασιάζονται με τον ΜΣΚΚ που αντιστοιχεί στην ασκούμενη δραστηριότητα ή με τον μέσο σταθμικό ΣΚΚ. που αντιστοιχεί στις περισσότερες της μιας ασκούμενες δραστηριότητες. Τα τεκμαρτά καθαρά κέρδη που θα προκύπτουν από τον πολλαπλασιασμό αυτόν, εάν είναι μεγαλύτερα από τα δηλωθέντα, θα λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος και την περαίωση της χρήσης.

Παράδειγμα υπολογισμού του επιπλέον φόρου
 

Οδοντίατρος (συντελεστής καθαρών αμοιβών 50%) εμφάνισε στα βιβλία του κατά τη χρήση του 2010:

Aκαθάριστα έσοδα 120.000 ευρώ

Δαπάνες 70.000 ευρώ.

Mε το λογιστικό προσδιορισμό τα καθαρά φορολογητέα κέρδη του ανέρχονται σε 50.000 ευρώ (120.000 - 70.000).

Φόρος που αναλογεί στις λογιστικώς προσδιορισθείσες καθαρές αμοιβές: 11.800 ευρώ. Στην περίπτωση που ο γιατρός επιθυμεί να υπαχθεί στον αυτοέλεγχο οι ελάχιστες ακαθάριστες αμοιβές και τα καθαρά κέρδη του επαναπροσδιορίζονται ως εξής:

Aκαθάριστες αμοιβές = Δαπάνες (70.000) X 100 /(100-50) = 140.000 ευρώ.

Kαθαρά κέρδη = Δαπάνες 140.000 X MΣKK 50% = 70.000 ευρώ. O ελεύθερος επαγγελματίας θα φορολογηθεί για 70.000 ευρώ κέρδη και όχι για 50.000 ευρώ που προέκυπτε βάση του λογιστικού προσδιορισμού, εφόσον θέλει να κλείσει τη χρήση με τη διαδικασία του αυτοελέγχου. Mε το προηγούμενο καθεστώς αυτοπεραίωσης ο γιατρός θα φορολογείτο για 60.000 ευρώ (120.000 X 50%).

Φόρος που αναλογεί στα καθαρά κέρδη που προσδιορίστηκαν με τη διαδικασία του νέου αυτοελέγχου: 19.600 ευρώ.

Eπιπλέον φόρος εισοδήματος με τον αυτοέλεγχο: 7.800 ευρώ.

Aύξηση φόρου εισοδήματος με τον αυτοέλεγχο: 66%

 

2.4 Δηλούμενα καθαρά κέρδη ελευθέρων επαγγελματιών με τη νέα διαδικασία αυτοελέγχου:

Επί αμιγώς ελεύθερων επαγγελματιών, το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς  ως  ακαθάριστα έσοδα του ελεύθερου επαγγελματία, επί του Μ.Σ.Κ.Κ.

Τα προσδιοριζόμενα ποσά καθαρών κερδών κατά τα ανωτέρω , επί βι­βλίων Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί σε κα­μιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυτών που προκύ­πτουν λογιστικώς με την αφαίρεση των εκπιπτόμενων κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισο­δήματος εξόδων από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.

 

2.    ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ

3.1 Βάση του άρθρου 58 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 στο εισόδημα από αμοιβές ελευθερίου επαγγέλματος ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι (20%) της εκατό στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών αυτών εφόσον η συναλλαγή υπερβαίνει τα τριακόσια ευρώ (300 ευρώ). Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις που αφορούν την απόδοση των ποσών για το προηγούμενο δίμηνο, υπάρχει υποχρέωση για την υποβολή οριστικής δήλωσης φόρου ελεύθερων επαγγελματιών μέχρι την τελευταία εργάσιμη για της δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του Απριλίου κάθε έτους.

 

4. ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ & ΛΟΙΠΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

4.1Μεταβολή ύψους προστίμων ΚΒΣ:

α) Τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις που διαπράττονται από την 1.6.2010 και μετά, ανά κατηγορία τηρουμένων βιβλίων, με εξαίρεση τα πρόστιμα για παράλειψη έκδοσης κάθε στοιχείου και μη καταχώρισης ή ανακριβούς καταχώρισης των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της συναλλαγής στα πρόσθετα βιβλία, έχουν ως εξής:

Α’ ΚΒΣ

Β’ ΚΒΣ

Γ’ ΚΒΣ

300,00 από 293,00 ευρώ

600,00 από 586,00 ευρώ

900,00 από 880,00 ευρώ

β) Τα πρόστιμα που επιβάλλονται για τις αυτοτελείς παραβάσεις που διαπράττονται από την 1.6.2010 και μετά, ανά κατηγορία τηρουμένων βιβλίων, για παράλειψη έκδοσης κάθε στοιχείου και μη καταχώρισης ή ανακριβούς καταχώρισης των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της συναλλαγής στα πρόσθετα βιβλία, έχουν ως εξής:

Α’ ΚΒΣ

Β’ ΚΒΣ

Γ’ ΚΒΣ

400,00 ευρώ

800,00 ευρώ

1.200,00 ευρώ

 

4.2 Απώλεια αφορολογήτου ορίου:
Το αφορολόγητο όριο της κλίμακας του άρθρου 9 του Ν.2238/1994 δεν εφαρμόζεται στις χρήσεις εκείνες για τις οποίες καταλογίζονται οι ακόλουθες αυτοτελείς παραβάσεις:
α) Παράλειψη έκδοσης κάθε στοιχείου, που ορίζεται από τις διατάξεις του ΚΒΣ (π.χ. Απόδειξη Λιανικής Πώλησης, Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών κ.λπ.).
β) Μη καταχώριση ή ανακριβής καταχώριση των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της συναλλαγής, στα πρόσθετα βιβλία που ορίζονται από τις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 10 του ΚΒΣ και τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου και καθιερώνουν την υποχρέωση τήρησης πρόσθετων βιβλίων (π.χ. Βιβλίο επίσκεψης ασθενών κ.λπ.).
γ) Μη έκδοση ή σε ανακριβή έκδοση των στοιχείων, που ορίζονται από τον ΚΒΣ και έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 1.200,00 ευρώ. (Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με την αξία της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε).
δ) Έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η λήψη εικονικών, η νόθευση αυτών, καθώς και η καταχώριση στα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο. (Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου ή καταχώρισης, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, εφόσον αυτή είναι μεγαλύτερη των 1.200,00 ευρώ).

4.3 Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών:
Αναστέλλεται μέχρι ένα (1) μήνα η λειτουργία του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά κάθε επαγγελματικής εγκατάστασης, όταν:
α) Παρεμποδίζεται η διενέργεια του φορολογικού ελέγχου με χρησιμοποίηση βίας ή απειλών κατά των ελεγκτικών οργάνων.
β) Κάθε φορά που διαπιστώνεται από διαφορετικούς φορολογικούς ελέγχους η επανάληψη, μέσα στην ίδια ή την επόμενη χρήση, της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης του προβλεπόμενου από τον ΚΒΣ, στοιχείου κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής.
γ) Κάθε φορά που διαπιστώνεται από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση του προβλεπόμενου κατά τα ανωτέρω στοιχείου και με την ίδια ως άνω προϋπόθεση τουλάχιστον για τρεις (3) διαφορετικές συναλλαγές (Προσοχή: Η διακίνηση αγαθών χωρίς την ύπαρξη του προβλεπόμενου συνοδευτικού στοιχείου θεωρείται ως μη έκδοση του στοιχείου αυτού).
δ) Μη καταχώριση στα πρόσθετα βιβλία των συναλλαγών για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων.
· Ο αριθμός των ημερών αναστολής λειτουργίας των εγκαταστάσεων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από πρόταση της Διεύθυνσης Ελέγχου.
· Αν επαναληφθεί μία από τις ανωτέρω παραβάσεις εντός τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης αναστολής λειτουργίας, αναστέλλεται μέχρι έξι (6) μήνες η λειτουργία των εγκαταστάσεων του επιτηδευματία.
· Τα ανωτέρω ισχύουν ανάλογα και για κάθε νέα παράβαση που διαπράττεται.
Προσοχή: Τα ανωτέρω ισχύουν για παραβάσεις που διαπράττονται από την δημοσίευση του Ν.3842/2010 στο Φ.Ε.Κ. δηλαδή από 23.4.2010 και μετά.

4.4. Ποινικές κυρώσεις:
Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) μηνών τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από τον ΚΒΣ στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στην αναστολή λειτουργίας των επαγγελματικών του εγκαταστάσεων.
· Αν επαναληφθεί μία από τις ανωτέρω παραβάσεις εντός τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης αναστολής λειτουργίας των επαγγελματικών εγκαταστάσεων, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
Προσοχή: Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν για αδικήματα που διαπράττονται από την 1.6.2010 και μετά.

4.5. Επί τόπου επιβολή προστίμων του ΚΒΣ:
Όταν τα ελεγκτικά όργανα κατά τη διάρκεια διενέργειας ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία, διαπιστώσουν παραβάσεις οι οποίες αποδεικνύονται με αντικειμενικά δεδομένα, δεν οφείλονται σε υποκειμενική συμπεριφορά του επιτηδευματία και η βαρύτητα, οι συνθήκες τέλεσης της παράβασης και οι λοιπές περιστάσεις δεν ασκούν επιρροή στον νόμο του επιβλητέου προστίμου, συντάσσουν επί τόπου έκθεση ελέγχου και εκδίδουν απόφαση επιβολής προστίμου τις οποίες επιδίδουν άμεσα στον υπόχρεο. Αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει τις πράξεις, διενεργούν θυροκόλληση στο κατάστημα και συντάσσουν σχετικό πρακτικό.
Οι παραβάσεις για τις οποίες εκδίδονται άμεσα έκθεση ελέγχου και απόφαση επιβολής προστίμου είναι ιδίως:
α) Μη επίδειξη των πρόσθετων βιβλίων.
β) Μη καταχώριση στα πρόσθετα.
γ) Μη έκδοση απόδειξης λιανικής πώλησης ή παροχής υπηρεσιών.
δ) Μη έκδοση τιμολογίου ή δελτίου αποστολής.
ε) Μη έκδοση φορτωτικής ή δελτίου κίνησης.
· Η έκθεση ελέγχου και η πράξη επιβολής προστίμου, υπογράφονται από όλα τα όργανα που διενεργούν τον έλεγχο και σε αυτές γίνεται περιγραφή της παράβασης, αναγράφεται η διάταξη που παραβιάστηκε και το πρόστιμο που επιβάλλεται.
· Αν ο έλεγχος διενεργείται από όργανα του ΣΔΟΕ, η έκθεση ελέγχου και η πράξη επιβολής προστίμου κοινοποιούνται στην αρμόδια ΔΟΥ.
Προσοχή: Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν από την 1.6.2010 και μετά.

5. ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

5.1 Εξόφληση φορολογικών στοιχείων άνω των 3.000,00 Ευρώ :
Για την απόδειξη της συναλλαγής από τον λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας 3.000,00 ευρώ και άνω, απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγή έκδοσης του λήπτη του στοιχείου.
· Σε περίπτωση εκχώρησης επιταγών τρίτων, εκδίδεται άμεσα λογιστική απόδειξη εκχώρησης αξιογράφων στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία των εκχωρούμενων επιταγών.

Οι  εξοφλήσεις των φορολογικών στοιχείων άνω των 3.000,00 Ευρώ διαβιβάζονται σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, χωρίς να ισχύει ως προς τούτο το τραπεζικό απόρρητο. Οι Τράπεζες δεν επιτρέπεται να χρεώνουν αμοιβές για τη λειτουργία των επαγγελματικών λογαριασμών.
Προσοχή: Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν από την 1.6.2010 και μετά.

 

 

5.2 Καταχώρηση  εξόδων μέχρι 150 συγκεντρωτικά σε βιβλία Β και Γ κατηγορίας:

Τα ποσά των εξόδων μέχρι εκατόν πενήντα (150) ευρώ έκαστο και ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί σε αυτά μπορεί να καταχωρούνται καθημερινά στις στήλες του  βιβλίου εσόδων εξόδων  που αφορούν συγκεντρωτικά με ένα ποσό, με αναγραφή και του πλή­θους των αντίστοιχων δικαιολογητικών. Το ίδιο ισχύει για τα Γ κατηγορίας βιβλία.

5.3 Χρόνος έκδοσης Αποδείξεων Παροχής Υπηρεσιών από τους ελεύθερους επαγγελματίες:

Σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών η απόδειξη εκδί­δεται στο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις των πα­ραγράφων 14 και 15 του άρθρου 12 για το τιμολόγιο, με εξαίρεση την περίπτωση παροχής υπηρεσιών από τους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα προς το Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, όπου η απόδειξη εκδίδεται με κάθε επαγγελματική τους είσπραξη, καθώς και την περίπτωση παροχής υπηρεσιών θεάματος ή με­ταφοράς προσώπων όπου τα εισιτήρια εκδίδονται το αρ­γότερο κατά το χρόνο έναρξης του θεάματος ή της μεταφοράς. Δηλαδή οι ελεύθεροι επαγγελματίες υποχρεώνονται πλέον να εκδίδουν τις Αποδείξεις Παροχής Υπηρεσιών με την ολοκλήρωση της παροχής και όταν αυτή διαρκεί να εκδίδεται Α.Π.Υ. κατά το χρόνο που καθίσταται απαιτητό μέρος της αμοιβής για την παρασχεθείσα υπηρεσία και όχι πέραν της διαχειριστικής περιόδου. Τα ανωτέρω ισχύουν για τις διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από 1.1.2011. Για τις  ανείσπραχτες αμοιβές του έτους 2010 οι Α.Π.Υ. θα εκδίδονται με την είσπραξη.

5.4 Παράταση χρόνου ενημέρωσης των βιβλίων με γνωστοποίηση :

Με γνωστοποίηση στον προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. της έ­δρας παρατείνεται για μία φορά εντός της διαχειριστι­κής περιόδου η προθεσμία ενημέρωσης των βιβλίων που ορίζεται από τις παραγράφους 1, 2 περιπτώσεις α', β', και γ' και 5 του άρθρου αυτού μέχρι πενήντα ημέρες και όχι πέραν από την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή το χρόνο κλεισίματος του ι­σολογισμού όταν τηρούνται βιβλία Γ' κατηγορίας. Με έ­γκριση του προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. και με τις ίδιες προϋποθέσεις η ανωτέρω προθεσμία ενημέρωσης των βιβλίων μπορεί να παραταθεί και πέραν των πενήντα ημερών ή και για κάθε επόμενη, πέραν της πρώτης φοράς, εντός της ίδιας διαχειριστικής περιόδου. Τα ανωτέρω ισχύουν από 1.6.2010.

5.5. Εξόφληση Φορολογικών στοιχείων άνω των 1.500,00 Ευρώ από Ιδιώτες:

Τα φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας χιλίων πε­ντακοσίων (1.500) ευρώ και άνω, που εκδίδονται για πώ­ληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, εξοφλού­νται από τους λήπτες τους, αγοραστές των αγαθών ή των υπηρεσιών, μέσω τράπεζας, με χρεωστικές ή πιστω­τικές κάρτες ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού και με επι­ταγές. Δεν επιτρέπεται εξόφληση των στοιχείων αυτών με μετρητά. Οι Τράπεζες δεν επιτρέπεται να χρεώνουν αμοιβές για την κατάθεση των ποσών αυτών σε τραπεζι­κούς λογαριασμούς.

Προσοχή: Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν από την 1.1.2011 και μετά.

6. ΚΙΝΗΤΡΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

6.1 Κίνητρα για την ανάπτυξη της νεανικής επιχειρηματικότητας:

Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος τα κέρδη από την άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης ή ελευ­θέριου επαγγέλματος, μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, όσων υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών για πρώτη φορά, για το έτος της έναρξης και για τα δύο επόμενα έτη, εφόσον ο φορέας της επιχείρησης κατά την έναρξη δεν έχει συμπληρώσει το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Με τις ίδιες προϋποθέσεις απαλλάσσο­νται του φόρου εισοδήματος, μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, οι ομόρρυθμες εταιρείες εφόσον συμμετέχουν σε αυτές αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα τα ο­ποία κατά την έναρξη δεν έχουν συμπληρώσει το τριακο­στό πέμπτο έτος της ηλικίας τους. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύ­ουν για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2010 και μετά.

6.2 Κίνητρα για τη διατήρηση θέσεων εργασίας:

1. Για τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρ­θρου 101 και της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε., των οποίων ο κύκλος εργασιών μειώνεται για δύο (2) συνεχόμενες διαχειριστικές περιόδους, έναντι της προηγούμενης κάθε φορά διαχειριστικής περιόδου, ο συντελεστής φορολογίας των κερδών που ορίζεται α­πό τα άρθρα 109 και 10 του ίδιου νόμου μειώνεται κατά τρεις (3) ποσοστιαίες μονάδες, με την προϋπόθεση ότι ο αριθμός των εργαζομένων που υφίσταται κατά την προη­γούμενη της διετίας διαχειριστική περίοδο δεν μειώνεται σε καμία από τις τρεις πιο πάνω διαχειριστικές περιό­δους.

2. Η μείωση του συντελεστή φορολογίας εφαρμόζεται στα κέρδη των δύο (2) διαχειριστικών περιόδων που ανα­φέρονται στην παράγραφο 1 και όταν σε κάποια από αυ­τές προκύπτει ζημία, η μείωση του συντελεστή φορολο­γίας εφαρμόζεται στα κέρδη των επόμενων διαχειριστι­κών περιόδων και μέχρι να συμπληρωθούν δύο (2) διαχειριστικές περίοδοι ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρι­σης.

3. Όταν επιχείρηση που έχει κάνει χρήση του μειωμέ­νου συντελεστή φορολογίας κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού, στη συνέχεια προβεί εντός της διετίας σε μείωση του προσωπικού της ή αυξηθεί ο κύκλος εργασιών της, το χορηγηθέν ευεργέτημα ανακαλείται και υποχρεούται να υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας για το οι­κονομικό έτος ή τα οικονομικά έτη που έτυχε του ευερ­γετήματος του μειωμένου συντελεστή. Για την επιπλέον διαφορά φόρου που οφείλεται επιβάλλονται οι πρόσθε­τοι φόροι που ορίζονται από τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α').

4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή και όταν κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος έχει ε­πέλθει μείωση του κύκλου εργασιών με παράλληλη δια­τήρηση του αριθμού των εργαζομένων σε μία ή περισσό­τερες προηγούμενες συνεχείς διαχειριστικές περιό­δους. Στην περίπτωση αυτή, ο μειωμένος συντελεστής φορολογίας εφαρμόζεται για τα κέρδη της διαχειριστι­κής περιόδου 2009 (οικονομικό έτος 2010) και επόμε­νων, μέχρι τη συμπλήρωση δύο (2) οικονομικών ετών.

5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ε­φαρμόζονται ανάλογα και για τις ατομικές επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ελευθέριο επάγγελ­μα, στα οποία παρέχεται μείωση των καθαρών κερδών και καθαρών εισοδημάτων κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν έχουν εφαρμογή για επιχειρήσεις που υποχρεώνονται α­πό διάταξη νόμου ή από την ένταξή τους σε επιχορηγού­μενο πρόγραμμα από το Δημόσιο, να διατηρούν θέσεις εργασίας.

7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζο­νται οι προϋποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων.